Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

zitats








Δρ Μάνος Δανέζης "Ο Άνθρωπος ως προγραμματιστής της νέας πραγματικότητας"



Διάλεξη του Δρ Μάνου Δανέζη, αστροφυσικού, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα: «Ο άνθρωπος ως προγραμματιστής της νέας πραγματικότητας» στο Λουτράκι το Σάββατο 17 Ιουνίου 2017.

Στο 27 λεπτό εξηγεί την 4η διάσταση στα μαθηματικά και το πώς αυτή γίνεται αντιληπτή από τις ανθρώπινες αισθήσεις. Μελανές οπές στο 29 λεπτό: ένα παράδειγμα καμπύλωσης που χάνεται στον ορίζοντα, παρόμοια η καμπυλότητα της γης μάς κάνει να χάνουμε τα καράβια από τα μάτια μας.

31 λεπτό: ο Πυθαγόρας είχε δίκιο ότι το σύμπαν είναι αριθμοί. Όλα τα ουράνια σώματα ως πυκνότητες μπορούν να μετατραπούν σε καθαρούς αριθμούς.

Στο 37: Γεωμετροδυναμική του Weeler. Εκτός από το κενό, καμπυλόγραμμο μή Ευκλείδιο διάστημα, δεν υπάρχει τίποτα άλλο στον κόσμο. Το ηλεκτρικό φορτίο, ο ηλεκτρομαγνητισμός και τα υπόλοιπα πεδία (όπως το πεδίο βαρύτητας) είναι μόνο οι εκδηλώσεις της κάμψης του χώρου. Η Φυσική δηλαδή είναι Γεωμετρία. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως αισθητή ύλη και ενέργεια δεν είναι παρά ιδεατές μη αισθητές γεωμετρικές μορφές και σχήματα χωρίς μονάδες μέτρησης. Αυτό είπε και ο Πλάτωνας με τα γεωμετρικά στερεά (πλατωνικά στερεά).

44: Η έννοια της πληροφορίας φαίνεται να ταυτίζεται με την έννοια της γεωμετρικής καμπυλότητας, εφόσον και αυτή εκφράζεται με καθαρούς αριθμούς, αλλά επεξεργαζόμενη από κατάλληλο σύστημα επεξεργασίας μετατρέπεται σε εικονική κατάσταση ύλης και ενεργειακής πραγματικότητας.

47: Το πρώτο βήμα ενός νέο πολιτισμού είναι να καταλάβουμε ότι η λεγόμενη "πραγματικότητα" αποτελεί κάτι σαν μια εικόνα ενός παιχνιδιού σε μια οθόνη υπολογιστή.
Σε ένα δεύτερο βήμα πρέπει να αντιληφθούμε ότι είμαστε εμείς οι χειριστές αυτού του υπολογιστή και μπορούμε να χειριστούμε το παιχνίδι πολύ καλύτερα.
Σε ένα τρίτο βήμα πρέπει να αντιληφθούμε ότι αποτελούμε τους προγραμματιστές με αποτέλεσμα να μπορούμε να αλλάξουμε το ίδιο το παιχνίδι.

53: η πρώτη επιστημονική αλήθεια είναι η έννοια της ολικότητας. Το σύμπαν της σύγχρονης επιστήμης είναι ένα ενιαίο σύστημα το οποίο δεν μερίζεται, ούτε αποτελείται από μέρη. Τα πάντα μέσα στο σύμπαν, πειραματικά και όχι μεταφυσικά, είναι ένα, μία απέραντη, ενιαία και αδιαίρετη ενότητα. Σύμφωνα με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας υπάρχει μόνο το χωροχρονικό συνεχές. Αν διαιρέσω αυτή την ενότητα σε μέρη, οι ιδιότητες των μερών δεν έχουν καμία σχέση με τις ιδιότητες του όλου. Αν διαιρέσω το χωροχρονικό συνεχές και χώρο και χρόνο, ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος το περιγράφουν. Δηλαδή στο σύμπαν ο ανθρώπινος χρόνος δεν υπάρχει.

"Για μας τους ορκισμένους φυσικούς ο διαχωρισμός ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μια ψευδαίσθηση, ακόμα κι αν είναι τόσο επίμονη"
Άμπερτ Αϊνστάιν

60
"Ότι υπήρξε κάποτε και ότι θα υπάρξει στο μέλλον, ενυπάρχει ήδη στο παρόν. Μόνο η συνείδησή μας κάνει το διαχωρισμό που δημιουργεί το αίσθημα της ιστορικής ακολουθίας και του περάσματος του χρόνου. Τα αισθήματα όμως είναι ψευδαισθήσεις, δημιουργήματα της συνείδησής μας, του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο".
Sir Fred Hoyle, Astronomer

1:18
Με τον τρόπο αυτό, σε φιλοσοφικό ακόμα επίπεδο, αν θεωρήσουμε ότι η φύση δημιούργησε το πρωτογενές γεγονός της συγκρότησης ενός φυσικού σύμπαντος, η ανθρώπινη φύση έχει τη δυνατότητα του μετασχηματισμού της τελικής μορφής και εξέλιξης των αρχικώς δημιουργηθέντων γεγονότων και πληροφοριών. Έτσι ο άνθρωπος, αν δεν μπορεί να γίνει ο πλάστης, μπορεί να γίνει ο δημιουργός της τελικής μορφής του σύμπαντος, δηλαδή των τελικών επεξεργασμένων πληροφοριών που τελικά θα το διαμορφώσουν στο απώτατο κοσμικό μέλλον.
Μάνος Δανέζης


  

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Ο Βασίλης Κάλφας για τη μετάφραση του αριστοτελικού έργου.

Στο πλαίσιο της ανακήρυξης του 2016 ως Eτους Αριστοτέλη από την UNESCO, με αφορμή τη συμπλήρωση 2.400 ετών από τη γέννηση του μεγάλου Σταγειρίτη, το Ανοιχτό Βιβλίο φιλοξενεί μικρό αφιέρωμα στον σπουδαίο φιλόσοφο. Σημαντικοί μεταφραστές και συστηματικοί μελετητές του έργου του εγκύπτουν στον συναρπαστικό και πολύτροπο αριστοτελικό κόσμο. Οι εκδόσεις Νήσος, μέσω της χορηγίας του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου, αναλαμβάνουν να συγκροτήσουν σε βάθος χρόνου μια πλήρη αριστοτελική βιβλιοθήκη. Hδη από το 2011 κυκλοφορούν οι έξι πρώτοι τόμοι σε ρέουσες μεταφράσεις, άρτια τεκμηριωμένες και σχολιασμένες.
Με έναυσμα την πρόσφατη κυκλοφορία του τόμου Τέχνη Ρητορική (σε μετάφραση-εισαγωγή και επιμέλεια Παντελή Μπασάκου), ο δρ φιλοσοφίας και μεταφραστής Γιώργος Καράμπελας μας συστήνει με ελκυστική διαύγεια τον εν λόγω τόμο, παράλληλα ο Βασίλης Κάλφας, καθηγητής φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, διατρέχει εποπτικά το όλο φιλόδοξο εγχείρημα, τόσο στην ιστορική, στοχαστική και παιδευτική του διάσταση όσο και στην ευρύτερη πρόσληψη του αριστοτελικού έργου στα καθ’ ημάς, τέλος, ο ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Παντελής Μπασάκος μας μεταφέρει την αύρα της πειθαρχίας, του μόχθου αλλά και της απόλαυσης, με τη δέουσα πάντα μελαγχολική ειρωνεία που γεννάει η συμβίωση πλάι σε κείμενα αυτού του βάθους κι αυτής της διάρκειας.
Τον Σεπτέμβρη του 1821 ο Αδαμάντιος Κοραής εκδίδει στο Παρίσι τα Πολιτικά του Αριστοτέλη και την επόμενη χρονιά τα Ηθικά Νικομάχεια. Με τον τρόπο αυτό, ο γέρων Κοραής θεωρεί ότι συμμετέχει από μακριά στην Ελληνική Επανάσταση που μόλις είχε ξεσπάσει.
Η κίνηση του Κοραή έχει, ωστόσο, συμβολικό χαρακτήρα. Ο μεγάλος διαφωτιστής δεν αυταπατάται θεωρώντας ότι τα πρωτότυπα κείμενα του Αριστοτέλη θα διαβαστούν από τους εξεγερμένους, ούτε είναι από εκείνους που πιστεύουν ότι η εξοικείωση με το ένδοξο παρελθόν αρκεί για την παλιγγενεσία των Ελλήνων.
Το μήνυμα του Κοραή είναι πως κανένα σύγχρονο έθνος δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του αν δεν έχει πρόσβαση στις βασικές ιδέες που διαμόρφωσαν την ταυτότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Διακόσια χρόνια αργότερα, θα έλεγε κανείς ότι το μήνυμα του Κοραή πέρασε απαρατήρητο. Το 2016 έχει ανακηρυχθεί «Ετος Αριστοτέλη», ο Αριστοτέλης ωστόσο παραμένει, τηρουμένων των αναλογιών, εξίσου άγνωστος στους σημερινούς νεοέλληνες όσο ήταν τον καιρό του Κοραή. Είναι, μάλιστα, πολύ περίεργο και ενδιαφέρον ότι ο Αριστοτέλης παραμένει άγνωστος σε ένα κράτος που από τα πρώτα του βήματα στηρίχθηκε ιδεολογικά στην αρχαιολατρία.
Η αρχαιολατρία μας, ωστόσο, εξαντλήθηκε στην απεγνωσμένη επιβολή της εκμάθησης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ενώ καμία προσπάθεια δεν έγινε για την ουσιαστική γνώση της σκέψης και του πολιτισμού των Αρχαίων.
Κατά τον 19ο αιώνα η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών ξεκινά από το Δημοτικό και καταλαμβάνει ένα ποσοστό γύρω στο 45% των ωρών διδασκαλίας στη Μέση Εκπαίδευση. Προσθέστε τα Λατινικά και τα Θρησκευτικά (άλλο ένα 30%) και θα καταλάβετε γιατί για τα Μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες περισσεύουν στην καλύτερη περίπτωση 3 ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας. Τι χώρος να μείνει για τον Αριστοτέλη, τα κείμενα του οποίου δεν προσφέρονται για γλωσσική διδασκαλία και είναι κατά τα 2/3 αφιερωμένα στη γνώση της Φύσης;
Δεν πρέπει, ωστόσο, να δοθεί η εντύπωση ότι η ουσιαστική γνώση του αριστοτελικού έργου είναι απλή υπόθεση – πόσο μάλλον η ένταξή του με κάποιον τρόπο στην εκπαίδευση. Τονίζουμε, συνήθως, την ευρύτητα των ενδιαφερόντων του Αριστοτέλη, το γεγονός ότι το έργο του αποτελεί μια πραγματική εγκυκλοπαίδεια της γνώσης και, ακόμη, την εντυπωσιακή εμβέλεια της σκέψης του, αφού κανένα άλλο φιλοσοφικό σύστημα δεν επηρέασε τόσο πολύ τους μεταγενέστερους.
Ο Αριστοτέλης όμως είναι ένας πολύ βαθύς και δύσκολος φιλόσοφος και η κατανόηση της σκέψης του μόνο εύκολη δεν είναι. Η πρόσληψή του επιδεινώνεται από τη φύση των γραπτών του, αφού τα κείμενα του Αριστοτέλη που έχουμε σήμερα στα χέρια μας δεν προορίζονταν για δημοσίευση αλλά για κάποιου είδους «εσωτερική» χρήση, τον ακριβή χαρακτήρα της οποίας αγνοούμε.
Με δυο λόγια, ο Αριστοτέλης δεν διαβάζεται χωρίς βοήθεια. Με βοήθεια άλλωστε διαβάστηκε πάντοτε ο Αριστοτέλης. Η καθιέρωση της μοναδικής του θέσης στην ιστορία της φιλοσοφίας στηρίχθηκε στη μεσολάβηση μιας σειράς σπουδαίων σχολιαστών. Χωρίς τον Αλέξανδρο Αφροδισιέα, τον Αβερρόη και τον Θωμά Ακινάτη, ο Αριστοτέλης δεν θα είχε τον ίδιο ρόλο στη φιλοσοφία της ύστερης αρχαιότητας, των Αράβων και των Σχολαστικών.
Οι προαναφερθέντες, ωστόσο, πέρα από σχολιαστές του Αριστοτέλη, ήταν οι σπουδαιότεροι φιλόσοφοι της εποχής τους (όπως περίπου ο σχολιαστής του Αριστοτέλη Χάιντεγκερ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα). Βοήθεια μπορεί ασφαλώς να προσφέρει και μια καλή μετάφραση του Αριστοτέλη. Στη βοήθεια άλλωστε των μεταφράσεων κατέφυγαν όλα τα έθνη, από τον 12ο αιώνα μέχρι σήμερα, όταν απέκτησαν δίγλωσσους γνώστες της αριστοτελικής φιλοσοφίας.
Για να επανέλθουμε στη σύγχρονη Ελλάδα, με τον προσανατολισμό που πήρε εξαρχής η αρχαιογνωσία μας, το έργο του Αριστοτέλη ήταν φυσικό να παραμείνει terra incognita. Η αρχή έπρεπε να γίνει από το Πανεπιστήμιο.
Οι κλασικές όμως σπουδές στο ελληνικό Πανεπιστήμιο προσανατολίστηκαν στη μελέτη και τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, οι Φιλοσοφικές Σχολές προετοίμαζαν απλώς «φιλολόγους», ικανούς να διδάξουν στο ελληνικό σχολείο το γλωσσικό μάθημα των ελληνικών, το οποίο ακόμη και σήμερα εστιάζεται στην αρχαία ποίηση και σε απλά πεζά κείμενα ρητόρων και ιστορικών. Μόνο με τη σημερινή γενιά διδασκόντων έχει αρχίσει ο Αριστοτέλης να βρίσκει μια θέση στο ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Εξίσου απογοητευτική είναι η παράδοση των νεοελληνικών μεταφράσεων του Αριστοτέλη – φυσικό επακόλουθο της γενικής απαξίωσης των μεταφράσεων αρχαιοελληνικών κειμένων στο υπερφίαλο νεοελληνικό κράτος.
Χρειάστηκε να φτάσουμε στην Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1964 για να γίνει αποδεκτό, από μια μερίδα τουλάχιστον των ιθυνόντων της εκπαίδευσης, ότι ο μέσος Ελληνας, παρά τον πολύχρονο βομβαρδισμό των αρχαίων ελληνικών, δεν ήταν σε θέση να διαβάσει ένα αρχαιοελληνικό κείμενο από το πρωτότυπο. Μεταφράσεις του Αριστοτέλη δεν επιχειρούνται σε όλο τον 19ο αιώνα.
Αλλά και μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974, οι μόνες αριστοτελικές μεταφράσεις που στέκονταν με κάποια σοβαρότητα ήταν η μετάφραση της Ποιητικής από τους Μένανδρο - Συκουτρή (Ακαδημία Αθηνών, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1937) και η μετάφραση του Περί Ψυχής από τον Τατάκη (Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, χ.χ.).
Το 2008 ξεκίνησε μια φιλόδοξη προσπάθεια να εκδοθούν τα Απαντα του Αριστοτέλη σε νεοελληνική μετάφραση. Η βασική σύλληψη ήταν να δοθεί το έργο του Αριστοτέλη σε μια χρηστική δίγλωσση έκδοση, με ενιαίο ερμηνευτικό σχολιασμό, που θα απευθύνεται τόσο στον ειδικό όσο και στο γενικό μορφωμένο κοινό.
Συγκροτήθηκε λοιπόν μια ομάδα 25 μελετητών –στην πλειονότητά τους πανεπιστημιακοί διδάσκοντες ή ερευνητές με αντικείμενο την αρχαία φιλοσοφία–, η οποία έκτοτε λειτουργεί ως διαρκές σεμινάριο. Σε τακτικές μηνιαίες συναντήσεις παρουσιάζεται η υπό εξέλιξη μεταφραστική εργασία των μελών της ομάδας και γίνεται αντικείμενο κριτικής.
Η ιδέα της έκδοσης των Απάντων του Αριστοτέλη ανήκει στον Γεράσιμο Κουζέλη, καθηγητή φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, που διευθύνει και το όλο εγχείρημα.
Η επιστημονική ευθύνη ανήκει στους Βασίλη Κάλφα και Παντελή Μπασάκο, καθηγητές φιλοσοφίας αντιστοίχως στο ΑΠΘ και στο Πάντειο. Η έκδοση πραγματοποιείται από τις εκδόσεις Νήσος με την ενίσχυση του κοινωφελούς Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Θα ολοκληρωθεί σε 21 τόμους. Ολοι οι τόμοι περιλαμβάνουν Εισαγωγή, αρχαίο κείμενο και μετάφραση και σύντομο ερμηνευτικό σχολιασμό.
Για την ώρα έχουν κυκλοφορήσει οι έξι πρώτοι τόμοι. Κατά χρονολογική σειρά: Περί γενέσως και φθοράς (2011, τόμ. 7, μετ. Βασίλης Κάλφας), Κατηγορίαι και Περί ερμηνείας (2011, τόμ. 1, μετ. Παύλος Καλλιγάς), Μικρά Φυσικά (2014, τόμ. 14, μετ. Ηλίας Γεωργούλας), Φυσικά (2014, τόμ. 5, μετ. Βασίλης Κάλφας), Αθηναίων Πολιτεία (2015, τόμ. 21, μετ. Χλόη Μπάλλα) και Τέχνη Ρητορική (2016, τόμ. 19, μετ. Παντελής Μπασάκος). Είναι ακόμη έτοιμοι και σύντομα θα κυκλοφορήσουν το Περί ζώων μορίων (μετ. Στασινός Σταυριανέας), το Περί ζώων πορείας και Περί ζώων κινήσεως (μετ. Παντελής Γκολίτσης) και τα Μετεωρολογικά (μετ. Μυρτώ Γκαράνη).
Η αρχική πρόβλεψη ήταν το έργο να ολοκληρωθεί σε 8 χρόνια, αλλά αποδείχτηκε υπεραισιόδοξη. Θα χρειαστεί σίγουρα περισσότερος χρόνος, όπως χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο όλα τα ανάλογα εγχειρήματα στις σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες, αλλά μπορούμε πλέον με βεβαιότητα να πούμε ότι η ολοκλήρωση του έργου είναι ορατή.
Η επάρκεια της μεταφραστικής ομάδας θα κριθεί από το τελικό αποτέλεσμα. Η δυνατότητα όμως συγκρότησης μιας τέτοιας ομάδας στηρίχθηκε στην εντυπωσιακή ενδογενή ανάπτυξη της μελέτης της αρχαίας φιλοσοφίας.
Η κοινότητα των Ελλήνων μελετητών της αρχαίας φιλοσοφίας, αυτών που δρουν στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στο εξωτερικό, κατέκτησε βαθμιαία κατά την τελευταία εικοσαετία μια σημαντική θέση στη διεθνή έρευνα. Υπό την έννοια αυτή, η οργανωμένη προσπάθεια να μεταφραστεί όλος ο Αριστοτέλης στα νέα ελληνικά δεν θα μπορούσε να γίνει σε παλαιότερη εποχή. Οπότε δεν έχει και νόημα να καταγγέλλει κανείς την ανεπάρκεια των κρατικών θεσμών που δεν οργάνωσαν ώς τώρα ένα τέτοιο εγχείρημα.
Οσο για τη μεταφραστική γραμμή που ακολούθησε η ομάδα, θα πρέπει να πούμε ότι δεν υπήρξε εξαρχής ενιαία προσέγγιση. Μέσα όμως από την κριτική και την αλληλεπίδραση διαφαίνονται σιγά σιγά κάποιες κοινές τάσεις, που δεν ακυρώνουν ωστόσο την αυτοτέλεια της προσέγγισης του κάθε μεταφραστή.
Ξεκινήσαμε πάντως από τη διαπίστωση ότι οι νεοελληνικές μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών φιλοσοφικών κειμένων είναι συνήθως πολύ κακές. Το συμπέρασμα αυτό βγαίνει αν συγκρίνει κανείς μεταφράσεις κλασικών αρχαιοελληνικών έργων στις βασικές ευρωπαϊκές γλώσσες και στα νέα ελληνικά.
Διαπιστώσαμε γρήγορα στην πράξη ότι το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο μεταφραστής παγιδεύεται από την κοινότητα της νέας ελληνικής και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Λειτουργώντας ως «ενδογλωσσικός» μεταφραστής, διστάζει να προτάξει την αυτονομία της νέας ελληνικής και συνειδητά ή ασυνείδητα έλκεται από τη διαφορετική μορφολογία και σύνταξη της αρχαίας.
Ετσι, το μεταφρασμένο κείμενο, ενώ ανήκει τυπικά στη νέα ελληνική γλώσσα, δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο του και χρειάζεται τη συνεχή βοήθεια του αρχαιοελληνικού πρωτοτύπου (αν υποθέσουμε ότι ο αναγνώστης μπορεί κάτι να καταλάβει από αυτό). Το υποτιθέμενο, και υπαρκτό κατ' αρχήν, πλεονέκτημα της κοινότητας της γλώσσας του μεταφραστή και της γλώσσας του κειμένου έχει μετατραπεί σε εμπόδιο.
Στην ίδια κατεύθυνση συμβάλλει και ο υπερβολικός σεβασμός -που είναι μάλλον δέος και φόβος- του μεταφραστή απέναντι στον μεταφραζόμενο συγγραφέα. Πώς να τολμήσεις να μεταφράσεις έναν όρο του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη, αν «ακούγεται» ακόμη κάπως στα νέα ελληνικά, έστω κι αν σήμερα σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η θεραπεία είναι πάντα η ίδια. Το μεταφρασμένο νεοελληνικό κείμενο θα πρέπει να γίνεται κατανοητό όταν διαβάζεται μόνο του. Το αρχαίο κείμενο θα βοηθήσει ενδεχομένως τον ειδικό, αλλά και όποιον προστρέξει σ’ αυτό για να παρακολουθήσει κάποιον όρο – σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υποκαθιστά, ούτε καν να συμπληρώνει, τη ροή της μετάφρασης.

http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=789149


Μεταφράζοντας από τα αρχαία ελληνικά

Αυτός που υπερτονίζει το παρελθόν του είναι ακριβώς αυτός που δεν έχει να επιδείξει τίποτε στο παρόν. 
Του ΒΑΣΙΛΗ ΚΑΛΦΑ*

Ξεκινώ από μια διαπίστωση. Οι νεοελληνικές μεταφράσεις αρχαίων ελληνικών φιλοσοφικών κειμένων, στη μεγάλη τους πλειονότητα, είναι πάρα πολύ κακές. Αυτό το συμπέρασμα βγαίνει αν συγκρίνει κανείς μεταφράσεις κλασικών αρχαιοελληνικών έργων στις βασικές ευρωπαϊκές γλώσσες και στα νέα ελληνικά. Προσπαθώντας να αιτιολογήσω το γεγονός, μπορώ να επικαλεστώ μια τετριμμένη και μια πιο εκλεπτυσμένη εξήγηση.

Η εκλεπτυσμένη εξήγηση είναι ότι ο μεταφραστής παγιδεύεται από την κοινότητα της νέας ελληνικής και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Λειτουργώντας ως «ενδογλωσσικός» μεταφραστής, διστάζει να προτάξει την αυτονομία της νέας ελληνικής και συνειδητά ή ασυνείδητα έλκεται από τη διαφορετική μορφολογία και σύνταξη της αρχαίας. Ετσι το μεταφρασμένο κείμενο, ενώ ανήκει τυπικά στη νέα ελληνική γλώσσα, δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο του και χρειάζεται τη συνεχή βοήθεια του αρχαιοελληνικού πρωτοτύπου (αν υποθέσουμε ότι ο αναγνώστης μπορεί κάτι να καταλάβει από αυτό).

Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι ακόμη και στις πιο πρόχειρες σύγχρονες εκδόσεις μεταφρασμένων κειμένων παρατίθεται και το βαρύγδουπο πρωτότυπο – να είναι καλά η αρχαιογλωσσία μας και η χαλαρή μας αντίληψη περί πνευματικών δικαιωμάτων. Το υποτιθέμενο, και υπαρκτό κατ’ αρχήν, πλεονέκτημα της κοινότητας της γλώσσας του μεταφραστή και της γλώσσας του κειμένου έχει μετατραπεί σε εμπόδιο.

Στην ίδια κατεύθυνση συμβάλλει και ο υπερβολικός σεβασμός -που είναι μάλλον φόβος- του μεταφραστή απέναντι στον μεταφραζόμενο συγγραφέα. Πώς να τολμήσεις να μεταφράσεις έναν όρο του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη, αν «ακούγεται» ακόμη κάπως στα νέα ελληνικά, έστω κι αν σήμερα σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Ετσι, για να αναφέρω ένα παράδειγμα, στη βραβευμένη με το φετινό κρατικό βραβείο «ενδογλωσσικής» μετάφρασης έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών του Προτρεπτικού του Ιάμβλιχου, λέξεις της αρχαίας ελληνικής, όπως «ζεῖ», «ἀδάμας», «χρήζει», «ὀξίς», «ἀποκνῶ», μεταφράζονται με τις φαινομενικά κοντινές νεοελληνικές «ζει», «διαμάντι», «με τη χρήση του», «αιχμή του ξίφους», «τεμπελιάζω», όταν οι σωστές θα ήταν «βράζει», «χάλυβας», «χρειάζεται, ταιριάζει», «δοχείο για ξύδι», «διστάζω» [βλ.Θ. Στεφανόπουλου, «Κρατικά βραβεία και (αν)αξιοκρατία», The books’ journal 47 (2104), σ. 24-26].

Το παράδειγμα όμως που μόλις ανάφερα μάλλον δεν έχει να κάνει με το δέος του μεταφραστή απέναντι στο βαρυσήμαντο κείμενο, αλλά εντάσσεται στην εξήγηση που προηγουμένως χαρακτήρισα τετριμμένη. Γιατί θα έπρεπε οι νεοελληνικές μεταφράσεις μας να είναι καλές, όταν από πουθενά δεν τεκμαίρεται το υψηλό επίπεδο της αρχαιογνωσίας μας; Ποιοι είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να μεταφράσουν κείμενα διάσημα για την πυκνότητα και τη δυσκολία τους, σε όλες αυτές τις απίθανες εκδόσεις που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια την ελληνική αγορά (και τηλεαγορά) του βιβλίου; Σε ποιες σπουδές και ποιες γνώσεις στηρίζονται;

Οι αρχαιολάτρες και οι φιλόλογοι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, για διαφορετικούς λόγους η κάθε ομάδα, πανηγύρισαν πριν από μερικά χρόνια όταν επέστρεψε η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο. Δεν διερωτήθηκαν όμως γιατί, ύστερα από έξι χρόνια πολύωρης εβδομαδιαίας διδασκαλίας, ο μαθητής ελάχιστα αρχαία μαθαίνει, ενώ φυσιολογικά θα μάθαινε ακόμη και κινέζικα – και όχι μια υποτιθέμενη εκδοχή της δικής του γλώσσας. Ούτε φαίνεται να ισχύει η διαδεδομένη άποψη ότι διαθέτουμε καλούς κλασικούς φιλολόγους, αν σκεφτεί λ.χ. κανείς ότι, έπειτα από 2 αιώνες υποχρεωτικής διδασκαλίας της Αντιγόνης στη Μέση Εκπαίδευση, δεν διαθέτουμε ούτε μία ικανοποιητική σχολιασμένη μετάφρασή της στα νέα ελληνικά.

Κοινό όμως φαίνεται ότι υπάρχει για τις μεταφράσεις που κυκλοφορούν και τις εκδόσεις που τις φιλοξενούν, και μάλλον είναι ένα κοινό που αυξάνεται συνεχώς. Οπως αυξάνεται και η ημιμάθειά μας, σε ευθεία αναλογία με την αρχαιολατρία και τον εθνοκεντρισμό, που διεκδικείται πλέον και από κάποια τμήματα της άλλοτε επιφυλακτικής Αριστεράς. Αυτός όμως που υπερτονίζει το παρελθόν του είναι ακριβώς αυτός που δεν έχει να επιδείξει τίποτε στο παρόν.

Ο Πλάτων έχει πλήρη επίγνωση της μεγαλοσύνης των σύγχρονων ομοεθνών του, όταν εξαίρει την αιώνια νεότητα των Ελλήνων απέναντι στην αρχαιότητα των Αιγυπτίων. Τι λέτε να πιστεύει αντιστοίχως ο Νεοέλλην εκδότης και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος όταν εκδίδει βιβλία με τίτλους όπως «Εστιν ουν και η αρχαία Αίγυπτος Ελλάς» και «Η ελληνική καταγωγή των Σουμερίων», δίπλα σε πολυάριθμες μεταφράσεις κλασικών κειμένων;

* Καθηγητής Φιλοσοφίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ

πηγή: http://archive.efsyn.gr/?p=238444

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Ancient Rome History - Roman Government and Senate

Introduction to Ancient Greek History

Professor Donald Kagan explains why people should study the ancient Greeks. He argues that the Greeks are worthy of our study not only because of their vast achievements and contributions to Western civilization (such as in the fields of science, law, and politics) but also because they offer a
unique perspective on humanity. To the Greeks, man was both simultaneously capable of the greatest achievements and the worst crimes; he was both great and important, but also mortal and fallible.
He was a tragic figure, powerful but limited. Therefore, by studying the Greeks, one gains insight into a tension that has gripped and shaped the West and the rest of the world through its influence. In short, to study the Greeks is to study the nature of human experience.

00:00 - Chapter 1. Ancient Greece as the Foundation of Western Civilization
13:06 - Chapter 2. The Judeo Christian Tradition
24:50 - Chapter 3. Problems Posed by the Western Tradition

Complete course materials are available at the Open Yale Courses website: http://open.yale.edu/courses

This course was recorded in Fall 2007.